Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weigern
01
αρνούμαι, απορρίπτω
Etwas bewusst nicht tun oder ablehnen, etwas zu machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weigere
γ΄ ενικό πρόσωπο
weigert
ενεστώτα μετοχή
weigernd
απλός αόριστος
weigerte
παθητική μετοχή
geweigert
Παραδείγματα
Er hat sich geweigert, das Geld anzunehmen.
Αυτός αρνήθηκε να δεχτεί τα χρήματα.



























