weigern
Pronunciation
/ˈvaɪ̯ɡɐn/

Ορισμός και σημασία του "weigern"στα γερμανικά

weigern
01

αρνούμαι, απορρίπτω

Etwas bewusst nicht tun oder ablehnen, etwas zu machen
weigern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weigere
γ΄ ενικό πρόσωπο
weigert
ενεστώτα μετοχή
weigernd
απλός αόριστος
weigerte
παθητική μετοχή
geweigert
Παραδείγματα
Er hat sich geweigert, das Geld anzunehmen.
Αυτός αρνήθηκε να δεχτεί τα χρήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store