Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wehtun
01
πονάω, πληγώνω
Schmerzen verursachen oder haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
weh
βασικό ρήμα
tun
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue weh
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut weh
ενεστώτα μετοχή
wehtuend
απλός αόριστος
tat weh
παθητική μετοχή
wehgetan
Παραδείγματα
Warum tut dein Arm weh?
Γιατί πονάει το χέρι σου;



























