wehtun
wehtun
ve:tu:n
vetoon

Ορισμός και σημασία του "wehtun"στα γερμανικά

wehtun
01

πονάω, πληγώνω

Schmerzen verursachen oder haben 
wehtun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
weh
βασικό ρήμα
tun
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue weh
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut weh
ενεστώτα μετοχή
wehtuend
απλός αόριστος
tat weh
παθητική μετοχή
wehgetan
Παραδείγματα
Mein Kopf tut weh. 

Το κεφάλι μου πονάει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store