der weg
weg
ve:k
vek

Ορισμός και σημασία του "weg"στα γερμανικά

01

μονοπάτι, δρόμος

Ein Pfad oder eine Strecke zum Gehen oder Fahren 
der Weg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wege
γενική πτώση
Weg(e)s
Παραδείγματα
Der Weg zum Bahnhof ist kurz. 

Ο δρόμος προς τον σταθμό είναι σύντομος.

01

έφυγε, εξαφανίστηκε

Nicht mehr da 
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Mein Handy ist weg! 

Το τηλέφωνό μου έχει χαθεί !

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store