der Weg
Pronunciation
/veːk/

Ορισμός και σημασία του "weg"στα γερμανικά

01

μονοπάτι, δρόμος

Ein Pfad oder eine Strecke zum Gehen oder Fahren
der Weg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Weg(e)s
πληθυντικός τύπος
Wege
Παραδείγματα
Zeig mir den richtigen Weg.
Δείξε μου το σωστό δρόμο.
01

έφυγε, εξαφανίστηκε

Nicht mehr da
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Die Katze läuft weg.
Η γάτα τρέχει μακριά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store