Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Weg
01
μονοπάτι, δρόμος
Ein Pfad oder eine Strecke zum Gehen oder Fahren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Weg(e)s
πληθυντικός τύπος
Wege
Παραδείγματα
Zeig mir den richtigen Weg.
Δείξε μου το σωστό δρόμο.
weg
01
έφυγε, εξαφανίστηκε
Nicht mehr da
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Die Katze läuft weg.
Η γάτα τρέχει μακριά.



























