Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ware
[gender: feminine]
01
εμπόρευμα, προϊόν
Ein Gegenstand oder Produkt, das gekauft oder verkauft wird
Παραδείγματα
Diese Ware ist nicht mehr verfügbar.
Αυτό το εμπόρευμα δεν είναι πλέον διαθέσιμο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εμπόρευμα, προϊόν