der Wal

Ορισμός και σημασία του "wal"στα γερμανικά

01

φάλαινα, κητώδες

ein großes, im Meer lebendes Säugetier, das nicht wie ein Fisch Kiemen, sondern Lungen hat und Luft atmen muss
der Wal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wals
πληθυντικός τύπος
Wale
Παραδείγματα
Die meisten Wale sind vom Aussterben bedroht.
Οι περισσότερες φάλαινες απειλούνται με εξαφάνιση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store