Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wagen
[gender: masculine]
01
αυτοκίνητο, αμάξι
Ein Fahrzeug mit Rädern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wagens
πληθυντικός τύπος
Wagen
Παραδείγματα
Parke den Wagen bitte dort!
Σταθμεύστε το αυτοκίνητο εκεί, παρακαλώ!
02
βαγόνι, άμαξα
Der Teil eines Zuges für Passagiere oder Fracht
Παραδείγματα
Wagen Nr. 3 hat Klimaanlage.
Βαγόνι αριθ. 3 έχει κλιματισμό.
wagen
01
τολμώ, ρισκάρω
Etwas Risikoreiches tun oder versuchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wage
γ΄ ενικό πρόσωπο
wagt
ενεστώτα μετοχή
wagend
απλός αόριστος
wagte
παθητική μετοχή
gewagt
Παραδείγματα
Er wagt einen Sprung.
Τολμώ ένα άλμα.



























