der wagen
wagen
va:gng
vagng
watenwogenwegenwägen

Ορισμός και σημασία του "wagen"στα γερμανικά

01

αυτοκίνητο, αμάξι

Ein Fahrzeug mit Rädern 
der Wagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wagens
πληθυντικός τύπος
Wagen
Παραδείγματα
Der Wagen ist neu. 

Το αυτοκίνητο είναι καινούργιο.

02

βαγόνι, άμαξα

Der Teil eines Zuges für Passagiere oder Fracht 
der Wagen definition and meaning
Παραδείγματα
Wir sitzen im letzten Wagen. 

Καθόμαστε στο τελευταίο βαγόνι.

01

τολμώ, ρισκάρω

Etwas Risikoreiches tun oder versuchen 
wagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wage
γ΄ ενικό πρόσωπο
wagt
ενεστώτα μετοχή
wagend
απλός αόριστος
wagte
παθητική μετοχή
gewagt
Παραδείγματα
Sie wagt es, allein zu reisen. 

Τολμώ να ταξιδέψει μόνη της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store