die waffe
wa
ˈva
va
ffe
affegiraffe

Ορισμός και σημασία του "waffe"στα γερμανικά

01

όπλο, οπλισμός

Ein Gegenstand, mit dem man kämpfen oder sich verteidigen kann 
die Waffe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Waffen
γενική πτώση
Waffe
Παραδείγματα
Das Messer ist eine gefährliche Waffe. 

Το μαχαίρι είναι ένα επικίνδυνο όπλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store