der vulkan
vul
ˈvʊl
vool
kan
kan
kan

Ορισμός και σημασία του "vulkan"στα γερμανικά

01

ηφαίστειο, ηφαιστειακό βουνό

Berg, aus dem Lava, Asche oder Gase austreten können. 
der Vulkan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vulkane
γενική πτώση
Vulkans
Παραδείγματα
Der Vulkan ist aktiv. 

Το ηφαίστειο είναι ενεργό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store