Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorzüglich
01
εξαιρετικός, άριστος
Etwas von sehr hoher Qualität oder ausgezeichnet
Παραδείγματα
Er hat vorzügliche Kenntnisse in Deutsch.
Έχει εξαιρετικές γνώσεις στα γερμανικά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εξαιρετικός, άριστος