Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vortragen
01
παρουσιάζω, εκθέτω
Etwas mündlich vor Publikum präsentieren
Παραδείγματα
Er wird die Forschungsergebnisse vortragen.
Αυτός θα παρουσιάσει τα αποτελέσματα της έρευνας.
02
εμφανίζομαι, παρουσιάζω
Musik oder Theaterstück öffentlich aufführen
Παραδείγματα
Die Band wird ihr neues Album vortragen.
Το συγκρότημα θα παρουσιάσει το νέο του άλμπουμ.


























