Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorschreiben
01
προσδιορίζω, καθορίζω
Einen verbindlichen Plan, eine Regel oder ein Verhalten offiziell festlegen, das befolgt werden muss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vorschreibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schreibt vor
ενεστώτα μετοχή
vorschreibend
απλός αόριστος
schrieb vor
παθητική μετοχή
vorgeschrieben
Παραδείγματα
Der Arzt hat mir Bettruhe vorgeschrieben.
Ο γιατρός μου συνέταξε κρεβατοκάμαρα.



























