vorrätig

Ορισμός και σημασία του "vorrätig"στα γερμανικά

01

διαθέσιμο, σε απόθεμα

Etwas ist auf Lager oder im Vorrat
vorrätig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sind die Ersatzteile vorrätig?
Είναι τα ανταλλακτικά διαθέσιμα;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store