Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorrätig
01
διαθέσιμο, σε απόθεμα
Etwas ist auf Lager oder im Vorrat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sind die Ersatzteile vorrätig?
Είναι τα ανταλλακτικά διαθέσιμα;



























