Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorrat
01
απόθεμα, αποθεματικό
Eine Menge von Dingen, die für die zukünftige Verwendung aufbewahrt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vorrat(e)s
πληθυντικός τύπος
Vorräte
Παραδείγματα
Unser Vorrat an Trinkwasser reicht für eine Woche.
Το απόθεμά μας πόσιμου νερού διαρκεί μια εβδομάδα.



























