Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorrat
01
απόθεμα, αποθεματικό
Eine Menge von Dingen, die für die zukünftige Verwendung aufbewahrt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vorrat(e)s
πληθυντικός τύπος
Vorräte
Παραδείγματα
Wir müssen unseren Vorrat an Büromaterial auffüllen.
Πρέπει να αναπληρώσουμε το απόθεμα γραφείου μας.



























