der vormittag
vormittag
fo:ɐ̯mɪta:k
fomitak

Ορισμός και σημασία του "vormittag"στα γερμανικά

01

πρωί, προ μεσημβρίας

Der Zeitraum zwischen Morgen und Mittag 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vormittage
γενική πτώση
Vormittag(e)s
Παραδείγματα
Ich habe am Vormittag Unterricht. 

Έχω μάθημα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vormittag

vor

+

mittag

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store