Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Vorlesung
01
διάλεξη, μάθημα
Ein längerer, geplanter Vortrag an einer Universität oder Hochschule, bei dem ein Dozent Wissen vermittelt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Vorlesungen
γενική πτώση
Vorlesung
Παραδείγματα
Die Vorlesung beginnt um 10 Uhr.
Η διάλεξη ξεκινά στις 10 η ώρα.



























