die vorhaltung
vorhaltung
fo:ɐ̯haltʊng
fohaltoong

Ορισμός και σημασία του "vorhaltung"στα γερμανικά

Die Vorhaltung
01

μέμψη, κατηγορία

Ein ernster Vorwurf oder Tadel, bei dem jemandem sein Fehlverhalten vorgehalten wird 
die Vorhaltung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Vorhaltungen
γενική πτώση
Vorhaltung
Παραδείγματα
Seine Vorhaltungen über ihre Vergesslichkeit vergifteten die Stimmung. 

Οι κατηγορίες του για την ξεχασιά της δηλητηρίασαν την ατμόσφαιρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vorhaltung

vor

+

haltung

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store