Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Vorhaltung
01
μέμψη, κατηγορία
Ein ernster Vorwurf oder Tadel, bei dem jemandem sein Fehlverhalten vorgehalten wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Vorhaltungen
γενική πτώση
Vorhaltung
Παραδείγματα
Seine Vorhaltungen über ihre Vergesslichkeit vergifteten die Stimmung.
Οι κατηγορίες του για την ξεχασιά της δηλητηρίασαν την ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vorhaltung
vor
haltung



























