voll
voll
fɔl
fawl
zollsolltollprotokoll

Ορισμός και σημασία του "voll"στα γερμανικά

01

γεμάτος, πλήρης

Mit etwas ganz gefüllt 
voll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
vollste-
συγκριτικός βαθμός
voller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Eimer ist voll mit Wasser. 

Ο κάδος είναι γεμάτος νερό.

02

πλήρης, ολόκληρος

Ganz vorhanden 
voll definition and meaning
Παραδείγματα
Er hat die volle Kontrolle. 

Έχει τον πλήρη έλεγχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store