Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voll
01
γεμάτος, πλήρης
Mit etwas ganz gefüllt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
vollste-
συγκριτικός βαθμός
voller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein Terminplan ist heute voll.
Το πρόγραμμά του είναι γεμάτο σήμερα.
02
πλήρης, ολόκληρος
Ganz vorhanden
Παραδείγματα
Er bekam den vollen Betrag zurück.
Πήρε το πλήρες ποσό πίσω.



























