Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voll
01
γεμάτος, πλήρης
Mit etwas ganz gefüllt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
vollste-
συγκριτικός βαθμός
voller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Eimer ist voll mit Wasser.
Ο κάδος είναι γεμάτος νερό.
02
πλήρης, ολόκληρος
Ganz vorhanden
Παραδείγματα
Er hat die volle Kontrolle.
Έχει τον πλήρη έλεγχο.



























