Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vollständig
01
πλήρης, ολοκληρωμένος
In ganzer Menge oder ganzem Umfang vorhanden
Παραδείγματα
Er hat eine vollständige Sammlung.
Έχει μια πλήρη συλλογή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πλήρης, ολοκληρωμένος