die Vitalität
Pronunciation
/vitaliˈtɛːt/

Ορισμός και σημασία του "vitalität"στα γερμανικά

Die Vitalität
[gender: feminine]
01

ζωντάνια, ζωτική ενέργεια

Lebendigkeit, Energie und Lebenskraft einer Person, Gruppe oder Sache
die Vitalität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vitalität
Παραδείγματα
Seine Augen glänzten vor Vitalität.
Τα μάτια του λάμπανε από ζωντάνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store