Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visuell
01
οπτικός, ορατός
Bezieht sich auf das Sehen oder das, was man mit den Augen wahrnimmt
Παραδείγματα
Visuelle Eindrücke bleiben oft länger im Gedächtnis.
Οι οπτικές εντυπώσεις παραμένουν συχνά περισσότερο στη μνήμη.


























