Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
veröffentlichen
01
δημοσιεύω, ανακοινώνω
Etwas öffentlich machen, zum Beispiel einen Text oder eine Information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
öffentlichen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
veröffentliche
γ΄ ενικό πρόσωπο
veröffentlicht
ενεστώτα μετοχή
veröffentlichend
απλός αόριστος
veröffentlichte
παθητική μετοχή
veröffentlicht
Παραδείγματα
Wir veröffentlichen unsere Forschungsergebnisse.
Δημοσιεύουμε τα αποτελέσματα της έρευνάς μας.



























