Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verwirren
[past form: verwirrte]
01
μπερδεύω, σαστίζω
Jemanden unsicher machen oder in Unordnung bringen, sodass er/sie nicht klar denken oder verstehen kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verwirre
γ΄ ενικό πρόσωπο
verwirrt
ενεστώτα μετοχή
verwirrend
απλός αόριστος
verwirrte
παθητική μετοχή
verwirrt
Παραδείγματα
Die ähnlichen Wörter " das " und " dass " verwirren viele Lernende.
Οι παρόμοιες λέξεις « das » και « dass » μπερδεύουν πολλούς μαθητές.



























