Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verursachen
01
προκαλώ, επιφέρω
Etwas bewirken oder auslösen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
ursachen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verursache
γ΄ ενικό πρόσωπο
verursacht
ενεστώτα μετοχή
verursachend
απλός αόριστος
verursachte
παθητική μετοχή
verursacht
Παραδείγματα
Seine Worte verursachten Ärger.
Τα λόγια του προκάλεσαν θυμό.



























