vertrauen
vertrauen
fɛɐ̯tʁaʊ̯ən
fetrawēn
vertragenvertretenverstauenversauen

Ορισμός και σημασία του "vertrauen"στα γερμανικά

vertrauen
01

εμπιστεύομαι, βασίζομαι

Jemandem oder etwas glauben und sich darauf verlassen 
vertrauen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vertraue
γ΄ ενικό πρόσωπο
vertraut
ενεστώτα μετοχή
vertrauend
απλός αόριστος
vertraute
παθητική μετοχή
vertraut
Παραδείγματα
Ich vertraue dir vollkommen. 

Σε εμπιστεύομαι πλήρως.

01

εμπιστοσύνη, πίστη

Glaube an die Ehrlichkeit oder Zuverlässigkeit von jemandem oder etwas 
das Vertrauen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Vertrauens
Παραδείγματα
Ich habe großes Vertrauen zu dir. 

Έχω μεγάλη εμπιστοσύνη σε σένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store