Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vertieft
01
βυθισμένος, απορροφημένος
Vollständig in eine Tätigkeit oder Gedanken versunken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vertieftesten
συγκριτικός βαθμός
vertiefter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie war in ihre Lektüre vertieft und hörte nichts.
Ήταν βυθισμένη στην ανάγνωσή της και δεν άκουγε τίποτα.



























