Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versäumen
01
χάνω, αφήνω να μου ξεφύγει
Etwas nicht rechtzeitig machen oder verpassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
versäumen
βασικό ρήμα
säumen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versäume
γ΄ ενικό πρόσωπο
versäumt
ενεστώτα μετοχή
versäumend
απλός αόριστος
versäumte
παθητική μετοχή
versäumt
Παραδείγματα
Du darfst die Frist nicht versäumen.
Δεν πρέπει να χάσεις την προθεσμία.



























