Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versäumen
01
χάνω, αφήνω να μου ξεφύγει
Etwas nicht rechtzeitig machen oder verpassen
Παραδείγματα
Du darfst die Frist nicht versäumen.
Δεν πρέπει να χάσεις την προθεσμία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χάνω, αφήνω να μου ξεφύγει