versäumen
versäumen
fɛɐ̯sɔɪ̯mən
fesoymēn
verslumen

Ορισμός και σημασία του "versäumen"στα γερμανικά

versäumen
01

χάνω, αφήνω να μου ξεφύγει

Etwas nicht rechtzeitig machen oder verpassen 
versäumen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
versäumen
βασικό ρήμα
säumen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versäume
γ΄ ενικό πρόσωπο
versäumt
ενεστώτα μετοχή
versäumend
απλός αόριστος
versäumte
παθητική μετοχή
versäumt
Παραδείγματα
Ich habe den Bus versäumt. 

Έχασα το λεωφορείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store