Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verteilen
01
διανέμω
Etwas an mehrere Personen oder Orte gleichmäßig geben oder aufteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
teilen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verteile
γ΄ ενικό πρόσωπο
verteilt
ενεστώτα μετοχή
verteilend
απλός αόριστος
verteilte
παθητική μετοχή
verteilt
Παραδείγματα
Kannst du die Süßigkeiten gleichmäßig verteilen?
Μπορείς να μοιράσεις τα γλυκά ομοιόμορφα ;



























