verteilen
verteilen
fɛɐ̯taɪ̯lɐn
fetailn
verurteilenverweilen

Ορισμός και σημασία του "verteilen"στα γερμανικά

verteilen
01

διανέμω

Etwas an mehrere Personen oder Orte gleichmäßig geben oder aufteilen 
verteilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
teilen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verteile
γ΄ ενικό πρόσωπο
verteilt
ενεστώτα μετοχή
verteilend
απλός αόριστος
verteilte
παθητική μετοχή
verteilt
Παραδείγματα
Die Lehrerin verteilt die Bücher an die Schüler. 

Η δασκάλα μοιράζει τα βιβλία στους μαθητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store