Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Versuch
01
προσπάθεια, πειραματισμός
Eine Handlung, mit der man etwas erreichen oder testen möchte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Versuche
γενική πτώση
Versuch(e)s
Παραδείγματα
Beim ersten Versuch gelang es nicht.
Στην πρώτη προσπάθεια, δεν τα κατάφερε.
LanGeek



























