der Versuch
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈzuːχ/

Ορισμός και σημασία του "versuch"στα γερμανικά

01

προσπάθεια, πειραματισμός

Eine Handlung, mit der man etwas erreichen oder testen möchte
der Versuch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Versuch(e)s
πληθυντικός τύπος
Versuche
Παραδείγματα
Es war ein vergeblicher Versuch.
Ήταν μια μάταιη προσπάθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store