der versuch
versuch
fɛɐ̯zu:x
φεζουχ

Ορισμός και σημασία του "versuch"στα γερμανικά

01

προσπάθεια, πειραματισμός

Eine Handlung, mit der man etwas erreichen oder testen möchte 
der Versuch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Versuche
γενική πτώση
Versuch(e)s
Παραδείγματα
Beim ersten Versuch gelang es nicht. 

Στην πρώτη προσπάθεια, δεν τα κατάφερε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store