Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verstehen
01
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
Den Sinn von etwas erkennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verstehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
versteht
ενεστώτα μετοχή
verstehend
απλός αόριστος
verstand
παθητική μετοχή
verstanden
Παραδείγματα
Er hat alles sofort verstanden.
Κατάλαβε τα πάντα αμέσως.
02
τα πάω καλά, συμφωνώ καλά
Gut miteinander auskommen
Παραδείγματα
Die Kollegen verstehen sich prima.
Οι συνάδελφοι καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον εξαιρετικά.
03
κατέχω, ελέγχω
Etwas gut können oder beherrschen
Παραδείγματα
Der Chef versteht sein Fach.
Ο προϊστάμενος καταλαβαίνει τον τομέα του.



























