verspäten
verspäten
fɛɐ̯ʃpɛ:tən
feshpetēn
verspürenverspotten

Ορισμός και σημασία του "verspäten"στα γερμανικά

verspäten
01

αργώ, καθυστερώ

Später als geplant ankommen oder zu spät sein 
verspäten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
späten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verspäte
γ΄ ενικό πρόσωπο
verspätet
ενεστώτα μετοχή
verspätend
απλός αόριστος
verspätete
παθητική μετοχή
verspätet
Παραδείγματα
Ich habe mich heute Morgen verspäten. 

Αργήσα σήμερα το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store