Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verspäten
01
αργώ, καθυστερώ
Später als geplant ankommen oder zu spät sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
späten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verspäte
γ΄ ενικό πρόσωπο
verspätet
ενεστώτα μετοχή
verspätend
απλός αόριστος
verspätete
παθητική μετοχή
verspätet
Παραδείγματα
Er verspäten sich oft zur Arbeit.
Συχνά αργοπορούν στη δουλειά.



























