Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschönern
[past form: verschönerte]
01
ομορφαίνω, διακοσμώ
Etwas schöner oder attraktiver machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschönere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschönert
ενεστώτα μετοχή
verschönernd
απλός αόριστος
verschönerte
παθητική μετοχή
verschönert
Παραδείγματα
Kleine Details können das ganze Zimmer verschönern.
Μικρές λεπτομέρειες μπορούν να ομορφύνουν ολόκληρο το δωμάτιο.



























