verschönern
verschönern
fɛɐ̯ʃø:nɐn
fesheunn
verscheuern

Ορισμός και σημασία του "verschönern"στα γερμανικά

verschönern
01

ομορφαίνω, διακοσμώ

Etwas schöner oder attraktiver machen 
verschönern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschönere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschönert
ενεστώτα μετοχή
verschönernd
απλός αόριστος
verschönerte
παθητική μετοχή
verschönert
Παραδείγματα
Wir wollen den Garten im Sommer verschönern. 

Θέλουμε να ομορφύνουμε τον κήπο το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store