verschönern
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈʃøːnɐn/

Ορισμός και σημασία του "verschönern"στα γερμανικά

verschönern
[past form: verschönerte]
01

ομορφαίνω, διακοσμώ

Etwas schöner oder attraktiver machen
verschönern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschönere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschönert
ενεστώτα μετοχή
verschönernd
απλός αόριστος
verschönerte
παθητική μετοχή
verschönert
Παραδείγματα
Kleine Details können das ganze Zimmer verschönern.
Μικρές λεπτομέρειες μπορούν να ομορφύνουν ολόκληρο το δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store