Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschreiben
01
συνταγογραφώ, προσδιορίζω
Ein Medikament oder eine Behandlung offiziell empfehlen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschreibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschreibt
ενεστώτα μετοχή
verschreibend
απλός αόριστος
verschrieb
παθητική μετοχή
verschrieben
Παραδείγματα
Man darf Medikamente nur nehmen, wenn sie verschrieben wurden.
Τα φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται μόνο εάν έχουν συνταγογραφηθεί.
02
αφιερώνω τον εαυτό μου, αφοσιώνομαι
Sein Leben oder seine Energie ganz einem Ziel oder einer Sache widmen
Παραδείγματα
Ich habe mich der Bildung von Kindern verschrieben.
Έχω αφιερώσει τον εαυτό μου στην εκπαίδευση των παιδιών.



























