Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschlucken
01
καταπίνω, καταβροχθίζω
Etwas durch den Hals in den Magen befördern, oft versehentlich
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schlucken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschlucke
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschluckt
ενεστώτα μετοχή
verschluckend
απλός αόριστος
verschluckte
παθητική μετοχή
verschluckt
Παραδείγματα
Der Vogel hat den Wurm verschluckt.
Το πουλί κατάπιε το σκουλήκι.



























