verschlucken
verschlucken
fɛɐ̯ʃlʊkng
feshlookng
verschreckenverschicken

Ορισμός και σημασία του "verschlucken"στα γερμανικά

verschlucken
01

καταπίνω, καταβροχθίζω

Etwas durch den Hals in den Magen befördern, oft versehentlich 
verschlucken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schlucken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschlucke
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschluckt
ενεστώτα μετοχή
verschluckend
απλός αόριστος
verschluckte
παθητική μετοχή
verschluckt
Παραδείγματα
Das Kind hat eine Münze verschluckt. 

Το παιδί κατάπιε ένα κέρμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store