Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verpassen
01
χάσω, αργώ
Nicht rechtzeitig kommen, um etwas zu bekommen oder zu erleben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
passen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verpasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
verpasst
ενεστώτα μετοχή
verpassend
απλός αόριστος
verpasste
παθητική μετοχή
verpasst
Παραδείγματα
Sie hat den Anfang des Spiels verpasst.



























