Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verpacken
01
συσκευάζω, τυλίγω
Gegenstände in Materialien einhüllen, um sie zu schützen, zu transportieren oder attraktiv zu präsentieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verpacke
γ΄ ενικό πρόσωπο
verpackt
ενεστώτα μετοχή
verpackend
απλός αόριστος
verpackte
παθητική μετοχή
verpackt
Παραδείγματα
Wir müssen die Bücher gut verpacken, bevor wir umziehen.
Πρέπει να συσκευάσουμε καλά τα βιβλία πριν μετακομίσουμε.



























