Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vernetzen
01
Personen, Geräte oder Systeme miteinander verbinden , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
netzen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
vernetzte
παθητική μετοχή
vernetzt
Παραδείγματα
Die Computer im Büro sind miteinander vernetzt.



























