der vermieter
vermieter
fɛɐ̯mi:tɐ
femit
vertreter

Ορισμός και σημασία του "vermieter"στα γερμανικά

01

ιδιοκτήτης, ενοικιαστής

Eine Person, die eine Wohnung oder ein Haus gegen Bezahlung vermietet 
der Vermieter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vermieter
αρσενικό ενικό
Vermieter
θηλυκό ενικό
Vermieterin
neutral form
Vermietende
γενική πτώση
Vermieters
Παραδείγματα
Der Vermieter wohnt im gleichen Gebäude. 

Ο ιδιοκτήτης μένει στο ίδιο κτίριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store