Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vermehren
01
die Menge oder Zahl von etwas größer machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Die Firma möchte ihren Gewinn vermehren.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
die Menge oder Zahl von etwas größer machen