der verlauf
verlauf
fɛɐ̯laʊf
felawf
verkaufvorlauf

Ορισμός και σημασία του "verlauf"στα γερμανικά

01

πορεία, εξέλιξη

Die Art und Weise, wie sich etwas über einen Zeitraum entwickelt oder abspielt 
der Verlauf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verläufe
γενική πτώση
Verlauf(e)s
Παραδείγματα
Der Verlauf der Krankheit wurde dokumentiert. 

Η πορεία της ασθένειας καταγράφηκε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store