Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verlauf
01
πορεία, εξέλιξη
Die Art und Weise, wie sich etwas über einen Zeitraum entwickelt oder abspielt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Verlauf(e)s
πληθυντικός τύπος
Verläufe
Παραδείγματα
Im Verlauf des Gesprächs wurden Lösungen gefunden.
Στην διάρκεια της συζήτησης, βρέθηκαν λύσεις.



























