Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verlauf
01
πορεία, εξέλιξη
Die Art und Weise, wie sich etwas über einen Zeitraum entwickelt oder abspielt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verläufe
γενική πτώση
Verlauf(e)s
Παραδείγματα
Der Verlauf der Krankheit wurde dokumentiert.
Η πορεία της ασθένειας καταγράφηκε.
LanGeek



























