Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verknüpfen
01
συνδέω
Zwei oder mehr Elemente auf sinnvolle oder systematische Weise miteinander verbinden, sodass eine Beziehung oder ein Zusammenhang entsteht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verknüpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verknüpft
ενεστώτα μετοχή
verknüpfend
απλός αόριστος
verknüpfte
παθητική μετοχή
verknüpft
Παραδείγματα
Wir verknüpfen diesen Ort mit schönen Erinnerungen.
Συνδέουμε αυτό το μέρος με όμορφες αναμνήσεις.



























