Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verkauf
01
πώληση, εμπορική εκμετάλλευση
Das Verkaufen von Waren oder Dienstleistungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Verkauf(e)s
πληθυντικός τύπος
Verkäufe
Παραδείγματα
Der Verkauf von Autos ist in diesem Geschäft sehr gut.
Η πώληση αυτοκινήτων είναι πολύ καλή σε αυτό το κατάστημα.



























