der verkauf
verkauf
fɛɐ̯kaʊ̯f
fekawf
verlauf

Ορισμός και σημασία του "verkauf"στα γερμανικά

01

πώληση, εμπορική εκμετάλλευση

Das Verkaufen von Waren oder Dienstleistungen 
der Verkauf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verkäufe
γενική πτώση
Verkauf(e)s
Παραδείγματα
Der Verkauf von Autos ist in diesem Geschäft sehr gut. 

Η πώληση αυτοκινήτων είναι πολύ καλή σε αυτό το κατάστημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store