Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verfolgen
[past form: verfolgte]
01
καταδιώκω, κυνηγώ
Jemandem oder etwas aktiv hinterhergehen, um es einzuholen oder zu fassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verfolge
γ΄ ενικό πρόσωπο
verfolgt
ενεστώτα μετοχή
verfolgend
απλός αόριστος
verfolgte
παθητική μετοχή
verfolgt
Παραδείγματα
Die Kinder verfolgten sich lachend auf dem Spielplatz.
Τα παιδιά κυνηγιούνταν γελώντας στην παιδική χαρά.



























