verfolgen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈfɔlɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "verfolgen"στα γερμανικά

verfolgen
[past form: verfolgte]
01

καταδιώκω, κυνηγώ

Jemandem oder etwas aktiv hinterhergehen, um es einzuholen oder zu fassen
verfolgen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verfolge
γ΄ ενικό πρόσωπο
verfolgt
ενεστώτα μετοχή
verfolgend
απλός αόριστος
verfolgte
παθητική μετοχή
verfolgt
Παραδείγματα
Die Kinder verfolgten sich lachend auf dem Spielplatz.
Τα παιδιά κυνηγιούνταν γελώντας στην παιδική χαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store