Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verfolgen
01
καταδιώκω, κυνηγώ
Jemandem oder etwas aktiv hinterhergehen, um es einzuholen oder zu fassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verfolge
γ΄ ενικό πρόσωπο
verfolgt
ενεστώτα μετοχή
verfolgend
απλός αόριστος
verfolgte
παθητική μετοχή
verfolgt
Παραδείγματα
Die Katze verfolgte die Maus durch den Garten.
Η γάτα κυνηγούσε το ποντίκι στον κήπο.



























