Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vererben
[past form: vererbte]
01
κληροδοτώ, αφήνω κληρονομιά
Vermögen, Eigenschaften oder Rechte nach dem Tod an jemanden rechtmäßig übertragen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vererbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
vererbt
ενεστώτα μετοχή
vererbend
απλός αόριστος
vererbte
παθητική μετοχή
vererbt
Παραδείγματα
Sie vererbte ihr gesamtes Geld einer Tierschutzorganisation.
Αυτή κληροδότησε όλα τα χρήματά της σε έναν οργανισμό προστασίας των ζώων.



























