der verdienst
verdienst
fɛɐ̯di:nst
fedinst

Ορισμός και σημασία του "verdienst"στα γερμανικά

01

εισόδημα, κέρδος

Geldbetrag, den jemand durch Arbeit, Investitionen oder Geschäftstätigkeit erhält 
der Verdienst definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Verdienst(e)s
πληθυντικός τύπος
Verdienste
Παραδείγματα
Sein monatlicher Verdienst als Ingenieur beträgt 4.000 Euro brutto. 

Το μηνιαίο εισόδημά του ως μηχανικού ανέρχεται σε 4.000 ευρώ μικτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store