verdienen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈdiːnən/

Ορισμός και σημασία του "verdienen"στα γερμανικά

verdienen
01

κερδίζω, αξίζω

Geld durch Arbeit bekommen
verdienen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
dienen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verdiene
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdient
ενεστώτα μετοχή
verdienend
απλός αόριστος
verdiente
παθητική μετοχή
verdient
Παραδείγματα
Wir verdienen heute mehr als früher.
Σήμερα κερδίζουμε περισσότερα από παλιά.
02

αξίζω

Etwas als Belohnung oder Strafe zu Recht bekommen
verdienen definition and meaning
Παραδείγματα
Niemand verdient so etwas.
Κανείς δεν αξίζει κάτι τέτοιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store