Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verdienen
01
κερδίζω, αξίζω
Geld durch Arbeit bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
dienen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verdiene
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdient
ενεστώτα μετοχή
verdienend
απλός αόριστος
verdiente
παθητική μετοχή
verdient
Παραδείγματα
Wir verdienen heute mehr als früher.
Σήμερα κερδίζουμε περισσότερα από παλιά.
02
αξίζω
Etwas als Belohnung oder Strafe zu Recht bekommen
Παραδείγματα
Niemand verdient so etwas.
Κανείς δεν αξίζει κάτι τέτοιο.



























