Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verderblich
01
εύφθαρτος, φθαρτός
Die Eigenschaft haben, schnell zu verfaulen oder unbrauchbar zu werden
Παραδείγματα
Milchprodukte sind sehr verderblich.
Τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι πολύ ευπαθή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εύφθαρτος, φθαρτός