Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verderben
01
βλάπτω τον εαυτό μου, καταστρέφω τον εαυτό μου
Sich selbst körperlich oder geistig schaden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verderbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdirbt
ενεστώτα μετοχή
verderbend
απλός αόριστος
verdarb
παθητική μετοχή
verdorben
Παραδείγματα
Kinder verderben sich oft die Zähne mit Limonade.
Τα παιδιά συχνά καταστρέφουν τα δόντια τους με λεμονάδα.
02
χαλώ, χαλώνομαι
Ungenießbar oder unbrauchbar werden
Παραδείγματα
Das Essen ist verdorben und sollte nicht mehr gegessen werden.
Το φαγητό έχει χαλάσει και δεν πρέπει πλέον να τρώγεται.



























