Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verderben
01
βλάπτω τον εαυτό μου, καταστρέφω τον εαυτό μου
Sich selbst körperlich oder geistig schaden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verderbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdirbt
ενεστώτα μετοχή
verderbend
απλός αόριστος
verdarb
παθητική μετοχή
verdorben
Παραδείγματα
Du wirst dir die Augen verderben, wenn du so viel liest!
Θα χαλάσεις τα μάτια σου αν διαβάζεις τόσο πολύ.
02
χαλώ, χαλώνομαι
Ungenießbar oder unbrauchbar werden
Παραδείγματα
Die Milch ist verdorben.
Το γάλα χαλάστηκε.



























