Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbringen
01
περνώ, ξοδεύω
Für eine bestimmte Zeit an einem Ort sein oder etwas tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
bringen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verbringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbringt
ενεστώτα μετοχή
verbringend
απλός αόριστος
verbrachte
παθητική μετοχή
verbracht
Παραδείγματα
Er verbringt viel Zeit mit Lesen.
Αυτός ξοδεύει πολύ χρόνο στο διάβασμα.



























