Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbrauchen
01
καταναλώνω, χρησιμοποιώ
Etwas aufbrauchen oder nutzen, bis nichts mehr übrig ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
brauchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verbrauche
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbraucht
ενεστώτα μετοχή
verbrauchend
απλός αόριστος
verbrauchte
παθητική μετοχή
verbraucht
Παραδείγματα
Wie viel Wasser verbrauchst du täglich?
Πόσο νερό καταναλώνεις καθημερινά;



























