verbrauchen
verbrauchen
fɛɐ̯bʁaʊ̯xn
φεμπραουχν
verbrechenverstauchen

Ορισμός και σημασία του "verbrauchen"στα γερμανικά

verbrauchen
01

καταναλώνω, χρησιμοποιώ

Etwas aufbrauchen oder nutzen, bis nichts mehr übrig ist 
verbrauchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
brauchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verbrauche
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbraucht
ενεστώτα μετοχή
verbrauchend
απλός αόριστος
verbrauchte
παθητική μετοχή
verbraucht
Παραδείγματα
Wir verbrauchen zu viel Strom. 

Εμείς καταναλώνουμε πάρα πολύ ηλεκτρική ενέργεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store